Δευτέρα, 22 Αυγούστου 2016

Η εικόνα τής Παναγίας Προυσιώτισσας στην Ποταμούλα (1948 – 1950)

Πηγή: «Οι Ρίζες μας», ιερέως Ευστρατίου Ε. Τσιτσιβού, Πάτρα 2009.
    Όπως έχουμε ακούσει από τους παλαιοτέρους, η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας της Προυσιωτίσσης, για κάποιο χρονικό διάστημα μεταφέρθηκε από την Ιερά Μονή Προυσσού στο χωριό Ποταμούλα, λόγω του ανταρτοπόλεμου. Αρχικά για 52 ημέρες, το έτος 1948 (1η Οκτωβρίου 1948 – 21 Νοεμβρίου 1948) και κατόπιν για 10 μήνες (30 Ιουνίου 1949 – 30 Απριλίου 1950).  
Λεπτομέρειες για το γεγονός αυτό, αντλήσαμε από το βιβλίο 
«ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΡΟΥΣΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΝ ΑΥΤΗ ΘΑΥΜΑ-ΤΟΥΡΓΟΥ ΕΙΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ»,
 Γρηγορίου Ι. Νταβαρίνου, γυμνασιάρχου & Ανδρέου Δ. Τσαπέρα, δημοδιδασκάλου, ΑΘΗΝΑΙ 1957. Γράφει λοιπόν το ανωτέρω βιβλίο τα εξής:
 « Ενώ εφαίνετο ότι έβαινεν η Μονή προς ανόρθωσιν και λύσιν των ζωτικών προβλημάτων της στεγάσεως και διατροφής, νέα περιπέτεια μεταπολεμική εμφανισθείσα ως λαίλαψ ανέκοψε τον ρυθμόν της ανοικοδομήσεως.
  Το επίσημον κράτος απησχολημένον με την παγίωσιν της ασφαλείας ηναγκάσθη να επιτρέψει την εκκένωσιν του Προυσού και περιχώρων εκ του πληθυσμού. Η θαυματουργός εικών της Προυσιωτίσσης και τα άλλα αξιόλογα κειμήλια μεταφέρθησαν την 1ην Οκτωβρίου του 1948 εις τηνΠοταμούλαν, χωρίον απέχον από το Αγρίνιον μιαν περίπου ώραν με αυτοκίνητον και ετοποθετήθη εις τον Ιερόν Ναόν του Αγίου Γεωργίου. Εκ της Ιεράς Μονής μέχρι Προστοβάς η αγία εικών μεταφέρθη επί θρόνου βασταζομένου επί ώμων ευσεβών κατοίκων, εναλλασομένων εν μέσω ιεράς πομπής κλήρου και λαού.
  Εκ Ποταμούλας η Αγία Εικών μεταφέρθη εις Ναύπακτον την 21ην Νοεμβρίου 1948 και ενεθρονίσθη εις τον Ναόν του Αγίου Διονυσίου.
  Εκ Ναυπάκτου μετεφέρθη πάλιν εις Ποταμούλαν την 30ην Ιουνίου του έτους 1949, συνοδευομένη υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ναυπακτίας & Ευρυτανίας κ. Χριστοφόρου και έμεινεν εκεί έως τέλους Απριλίου 1950 και την 30ην Απριλίου του έτους 1950 ημέραν Κυριακήν και ώρα 12 μεσημβρινήν, αφού ετελέσθη ειςΠοταμούλαν Αρχιερατική λειτουργία υπό του Σεβασμιωτάτου κ. Χριστοφόρου Αλεξανδροπούλου, συναθροισθέντων κατά την ημέραν ταύτην προς αποχαιρετισμόν της θαυματουργού Εικόνος πολλών χριστιανών του Νομού Αιτωλοακαρνανίας και της πόλεως Πατρών και Ναυπάκτου, επαναφέρθη εις το θείον ενδιαίτημα και επανετοποθετήθη η θαυματουργός Εικών εις την εν τω Ιερώ Παρεκκλησίω θέσιν, την οποίαν από αιώνων εξελέξατο ως κατοικητήριον αυτής».

 Στο ίδιο βιβλίο, καταγράφονται τα έσοδα της Μονής την εποχή εκείνη, από την ακίνητη περιουσία που είχε. Στην  σελ. 203 γράφει και τα εξής:
 «Αγροί Ποταμούλας Παρακαμπυλίων, εκ των οποίων η Μονή εισπράττει 300 οκάδες εισόδημα ετησίως».

Στο τέμπλο του Ιερού Ναού Αγίου Γεωργίου Ποταμούλας, υπάρχει αντίγραφο της εικόνος της Παναγίας Προυσιωτίσσης. Κάθε χρόνο στις 23 Αυγούστου τελείται πανηγυρική Θ. Λειτουργία και η Παράκληση της Παναγίας Προυσιωτίσσης.

Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

Απεβίωσε ο Βασίλης Χ. Παπαθανάσης


Απεβίωσε εχθές ο συγχωριανός μας Βασίλειος Χ. Παπαθανάσης σε ηλικία 71 ετών.
Η νεκρώσιμη ακολουθία θα τελεστεί σήμερα ημέρα Πέμπτη,στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου Ποταμούλας στις 12 το μεσημέρι.
Τα συλλυπητήρια στους οικείους του.

Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Τραγούδι για το χωριό μας σε συρτό ρυθμό,που έγραψε συγχωριανή μας...


Εκεί ψηλά στην εκκλησιά
Εκεί ψηλά στην Παναγιά
Στέκω μονάχος κι αγναντεύω 
Την ομορφιά σου πως ζηλεύω.

Ρεφρέν
Χωριό μου εσύ αγαπημένο
Χωριό μου εσύ ευλογημένο
Ποταμούλα μου γλυκιά
που' χεις τόση ομορφιά.

Στον Αι Γιώργη σαν βρεθώ
Στέκομαι να συλλογιστώ
πως ο Θεός που σ' αγαπά
σου χάρισε τόση ομορφιά!

Σύκα, μήλα, κερασιές, 
Καρυδιές και αχλαδιές
Τη δροσιά σου σαν ζητούσα
στα πλατάνια σου τη ζούσα.

Ρεφρέν
Χωριό μου εσύ αγαπημένο
Χωριό μου εσύ ευλογημένο
Ποταμούλα μου γλυκιά
που' χεις τόση ομορφιά.

Απ' τα πηγάδια σου νερό
πίναμε κρύο, δροσερό
Στις μελίστες σου παιδιά
μεγαλώναν με χαρά.

Γέλια, γλέντια και χαρές
ήσαν άλλες εποχές
έσφιζες από ζωή
και όχι μόνο Κυριακή.

Είναι γραμμένο σε ρυθμό 7/8 Καλαματιανός χορός.
Στίχοι:
Πηνελόπη Βελέντζα
https://m.facebook.com/profile.php?id

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2016

O Παραδοσιακός τρύγος του καλαμποκιού στην Ποταμούλα.

Γράφει ο Δημήτριος Ι. Τσούνης     

       Το καλαμπόκι στην Ποταμούλα Αγρινίου συνήθως σπέρνονταν το μήνα Μάιο. Μετά το όργωμα του χωραφιού ένα άτομο έμπειρο στις γεωργικές εργασίες και με "καλό χέρι" αναλάμβανε το έργο του σπορέα. Η ποικιλία του καλαμποκιού ήταν η ονομαζόμενη Κοντόροκα που απαντάτε και στις μέρες μας και είναι ίσως ένα από τα σπάνια είδη παραδοσιακών σπόρων που διασώζονται στο χωριό. Έβαζε το σπόρο σε ένα ντορβά (σακούλι), μετρούσε δέκα αδρασκελισιές (10 μέτρα περίπου),αυτό λεγόταν σποριά και έφτανε από τη μία στην άλλη άκρη του χωραφιού. Το ίδιο επαναλαμβανόταν με τις "σποριές" μέχρι να σπαρθεί όλο το χωράφι.
 Ακολουθούσε το "σβάρνισμα" του χωραφιού με την "σβάρνα" (ξύλινη πλεκτή επιφάνεια) την οποία έσερναν δύο άλογα και παλαιότερα βόδια.Επόμενη εργασία ήταν το σκάλισμα του καλαμποκιού για να κόβονται κυρίως τα διάφορα χόρτα, να προστίθεται νέο χώμα στη ρίζα και ακολουθούσε το πότισμα
      Στο αρχικό στάδιο ωρίμανσης του καλαμποκιού στο χωράφι τοποθετούσαν την "τσιακατούρα", η οποία αποτελούνταν από μια φτερωτή μεταλλική που χτυπούσε σε τενεκέδες και με τη βοήθεια του ανέμου έκανε θόρυβο απομακρύνοντας τα άγρια ζώα όπως ο ασβός, η αλεπού και τα διάφορα πτηνά.


      Η συλλογή γινόταν περί τα τέλη του μηνός Αυγούστου. Αν έβρεχε το καλοκαίρι υπήρχε μεγάλη σοδειά, διαφορετικά μόνο λίγα καλαμποκοχώραφα απέδιδαν καρπό, αυτά που ποτίζονταν με φυσική ροή από κάποια πηγή ή ποτάμι. Στον τρύγο υπήρχε αλληλεγγύη μεταξύ των κατοίκων για να μαζευτεί όσο πιο γρήγορα η σοδειά προκειμένου να προστατευτεί από τις βροχοπτώσεις. Μάζευαν τα καλαμπόκια ή καρπούζια όπως τα λεγαν στη ντοπιολαλιά σε κοφίνια (μεγάλα καλάθια από καλάμι), τα μετέφεραν στα αλώνια είτε φορτωμένα σε άλογα ή γαϊδούρια ή στον ώμο αν το χωράφι ήταν σε κοντινή απόσταση. Μόλις τελείωνε ο τρύγος από το χωράφι και συγκεντρώνονταν το καλαμπόκι στο αλώνι ξεκινούσε το ξεφλούδισμα. Εδώ γινόταν μια πραγματική γιορτή. Μαζεύονταν πολλοί συγχωριανοί, κυρίως νεαροί και νεαρές και γινόταν ένα άτυπο νυφοπάζαρο. Όλοι ζητούσαν από το νοικοκύρη να τους καλέσει στο ξεφλούδισμα που γινόταν πάντα το βραδάκι και κρατούσε μέχρι τα μεσάνυχτα. Όλοι οι προσκεκλημένοι κατέφθαναν με ένα σουφλί (μικρό μυτερό ξύλο) για να αφαιρούν εύκολα το περίβλημα των φύλλων του καλαμποκιού και καθόνταν σε παρέες χωριστά οι άνδρες από τις γυναίκες.

 Ο νοικοκύρης προσέφερε στους καλεσμένους κυρίως σύκα, σταφύλια και τσίπουρο. Αμέσως ξεκινούσε το τραγούδι η μία παρέα και το επαναλάμβανε η άλλη. Το πρώτο τραγούδι ήταν συνήθως το παρακάτω : 
'' Στρομπούλω μου στ' αλώνι σου και μες το περιβόλι σου
    κάθεται νιός κι ανύπαντρος και ένας πρωτοπαλλίκαρος
   και την στρομπούλω ξέταζε χίλια φλουριά της έταζε.

  Στρομπούλω μ' πούνε η μάνα σου πούνε ο πατέρας σου ; 
    Η μάναμ' πάει στην εκκλησιά κι ο πατέρας μ' πάει στα μαγαζιά''.

      Οι καπνιστές επέλεγαν από τα καλαμποκόφυλλα τα εσωτερικά κυρίως φύλλα, τα οποία ήταν κατάλληλα για το στρίψιμο των τσιγάρων, τα "ροκόφυλλα" όπως τα αποκαλούσαν. Ακολούθως το καλαμπόκι απλωνόταν σε όλη την επιφάνεια του αλωνιού που ήταν κυρίως στρωμένο με πέτρινες πλάκες και το ενδιάμεσο αυτών το κάλυπταν με κοπριά αγελάδος ή κατάλληλο χώμα για να μη χάνεται ο καρπός. Στη συνέχεια δυο νεαροί άνδρες άρχιζαν το "στούμπισμα" με το διράβδι. Το διράβδι ή λιουράβδι στην ντοπιολαλιά ήταν δυο ξύλα τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους με δέρμα ζώου παλαιότερα και με καννάβινο σχοινί στη συνέχεια. Το ένα ξύλο του διραβδιού ήταν λίγο πιο κοντό και χοντρό, κατασκευάζονταν από πουρναρίσιο ξύλο, είχε δε "κεφάλι" από το μέρος που δενόταν το σχοινί. Το άλλο ξύλο ήταν λίγο πιο μακρύ και με λιγότερο πάχος και ήταν κατασκευασμένο από ξύλο κέδρου ή κυπαρισσιού και είχε κι αυτό κεφάλι από την πλευρά που τοποθετούνταν το σχοινί. Οι διραβδιστές ήταν συνήθως δύο στο αλώνι, ο ένας αντίκρυ στον
άλλον. Χτυπώντας τα καλαμπόκια απελευθερώνονταν οι κόκκοι τους από τα κότσαλα. Οι γυναίκες τότε πέρναγαν το καλαμπόκι από τον αρέλεγο (καλαμποκόσκινο) για να φύγουν τα κότσαλα. Ακολούθως το καλαμπόκι αποθηκεύονταν σε ξύλινα κασόνια τα λεγόμενα αμπάρια και χαρά σε εκείνον που είχε εξασφαλίσει παραγωγή τέτοια που να περάσει όλη τη χρονιά τρώγοντας μπομπότα και κουρκούτι (καλαμποκίσιο αλεύρι με νερό αλάτι και λάδι).
      Το άλεσμα του καλαμποκιού για την περιοχή της Ποταμούλας γινόταν στο νερόμυλο του Γαλάνη στη Φραγκόσκαλα που είχε νερό από τον ποταμό Ζέρβα ή στο νερόμυλο που ήταν πιο κάτω στο Ποτιστικό Σαργιάδας. Η αμοιβή του μυλωνά ήταν πάντα σε είδος, το λεγόμενο ξάι και είναι πολλές οι ιστορίες με τους μυλωνάδες και τις παράτυπες αφαιμάξεις που πραγματοποιούσαν στα προς άλεση προϊόντα.
      Τελειώνοντας θέλω να ευχαριστήσω το συλλέκτη ειδών λαϊκής τέχνης Γεώργιο Τσιτσιβό για την επίδειξη του διραβδιού που φαίνεται στις φωτογραφίες και είναι το αυθεντικό που χρησιμοποιούσε ο μακαρίτης συγχωριανός μας Λάμπρος Αναγνωστόπουλος.